Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Sitz
01
κάθισμα, θέση
Ein Möbelstück zum Sitzen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Sitze
γενική πτώση
Sitzes
Παραδείγματα
Bitte nimm deinen Sitz im Bus ein.
Παρακαλώ πάρτε τη θέση σας στο λεωφορείο.



























