Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Sitz
01
κάθισμα, θέση
Ein Möbelstück zum Sitzen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Sitzes
πληθυντικός τύπος
Sitze
Παραδείγματα
Er suchte einen Sitz am Fenster.
Έψαχνε για ένα κάθισμα δίπλα στο παράθυρο.



























