der Sitz
Pronunciation
/zɪʦ/

Ορισμός και σημασία του "sitz"στα γερμανικά

01

κάθισμα, θέση

Ein Möbelstück zum Sitzen
der Sitz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Sitzes
πληθυντικός τύπος
Sitze
Παραδείγματα
Er suchte einen Sitz am Fenster.
Έψαχνε για ένα κάθισμα δίπλα στο παράθυρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store