Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Situation
01
κατάσταση, θέση
Die aktuellen Umstände oder Bedingungen in einem bestimmten Moment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Situation
πληθυντικός τύπος
Situationen
Παραδείγματα
Die politische Situation im Land ist angespannt.
Η πολιτική κατάσταση στη χώρα είναι τεταμένη.



























