singen
Pronunciation
/ˈzɪŋən/

Ορισμός και σημασία του "singen"στα γερμανικά

singen
01

τραγουδώ

Musikalische Töne mit der Stimme erzeugen
singen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
singe
γ΄ ενικό πρόσωπο
singt
ενεστώτα μετοχή
singend
απλός αόριστος
sang
παθητική μετοχή
gesungen
Παραδείγματα
Kannst du gut singen?
Μπορείς να τραγουδήσεις καλά;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store