Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
singen
01
τραγουδώ
Musikalische Töne mit der Stimme erzeugen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
singe
γ΄ ενικό πρόσωπο
singt
ενεστώτα μετοχή
singend
απλός αόριστος
sang
παθητική μετοχή
gesungen
Παραδείγματα
Kannst du gut singen?
Μπορείς να τραγουδήσεις καλά;



























