singen
sin
ˈsɪn
sin
gen
gən
gēn
sinkensiegensinnen

Ορισμός και σημασία του "singen"στα γερμανικά

singen
01

τραγουδώ

Musikalische Töne mit der Stimme erzeugen 
singen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
singe
γ΄ ενικό πρόσωπο
singt
ενεστώτα μετοχή
singend
απλός αόριστος
sang
παθητική μετοχή
gesungen
Παραδείγματα
Sie singt ein Lied. 

Αυτή τραγουδά ένα τραγούδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store