der sieg
sieg
si:k
σικ

Ορισμός και σημασία του "sieg"στα γερμανικά

01

νίκη, θρίαμβος

Das positive Ergebnis eines Wettkampfs, Kriegs oder einer Auseinandersetzung 
der Sieg definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Siege
γενική πτώση
Sieg(e)s
Παραδείγματα
Der Sieg der Mannschaft war überwältigend! 

Η νίκη της ομάδας ήταν συντριπτική !

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store