Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
senden
01
εκπέμπω
Informationen oder Signale über Medien verbreiten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sende
γ΄ ενικό πρόσωπο
sendet
ενεστώτα μετοχή
sendend
απλός αόριστος
sendete
παθητική μετοχή
gesendet
Παραδείγματα
Der Radiosender sendet rund um die Uhr.
Ο ραδιοφωνικός σταθμός εκπέμπει όλο το εικοσιτετράωρο.
02
στέλνω, αποστέλλω
Etwas an einen Empfänger schicken
Παραδείγματα
Ich sende dir eine E-Mail.
Σου στέλνω ένα email.



























