Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Seminararbeit
01
εργασία σεμιναρίου, σεμιναριακή εργασία
Eine schriftliche akademische Arbeit, die im Rahmen eines Seminars an der Universität oder Hochschule verfasst wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Seminararbeit
πληθυντικός τύπος
Seminararbeiten
Παραδείγματα
Ich muss meine Seminararbeit bis nächsten Freitag abgeben.
Πρέπει να υποβάλω την εργασία του σεμιναρίου μου μέχρι την επόμενη Παρασκευή.



























