die seele
see
ˈse:
se
le

Ορισμός και σημασία του "seele"στα γερμανικά

01

ψυχή, πνεύμα

Das nicht-materielle, geistige und emotionale Zentrum eines Menschen 
die Seele definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Seelen
γενική πτώση
Seele
Παραδείγματα
Viele Religionen glauben an die Unsterblichkeit der Seele. 

Πολλές θρησκείες πιστεύουν στην αθανασία της ψυχής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store