die Seele
Pronunciation
/ˈzeːlə/

Ορισμός και σημασία του "seele"στα γερμανικά

01

ψυχή, πνεύμα

Das nicht-materielle, geistige und emotionale Zentrum eines Menschen
die Seele definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Seele
πληθυντικός τύπος
Seelen
Παραδείγματα
Der Verlust eines geliebten Menschen trifft die Seele tief.
Η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου χτυπά βαθιά την ψυχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store