Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Seele
01
ψυχή, πνεύμα
Das nicht-materielle, geistige und emotionale Zentrum eines Menschen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Seele
πληθυντικός τύπος
Seelen
Παραδείγματα
Der Verlust eines geliebten Menschen trifft die Seele tief.
Η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου χτυπά βαθιά την ψυχή.



























