schwören
Pronunciation
/ˈʃvøːʀən/

Ορισμός και σημασία του "schwören"στα γερμανικά

schwören
01

ορκίζομαι, δίνω όρκο

Einen feierlichen Eid oder ein Versprechen abzugeben
schwören definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schwöre
γ΄ ενικό πρόσωπο
schwört
ενεστώτα μετοχή
schwörend
απλός αόριστος
schwor
παθητική μετοχή
geschworen
Παραδείγματα
Vor Gericht muss man oft schwören.
Στο δικαστήριο, συχνά πρέπει να ορκίζεσαι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store