Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schwören
01
ορκίζομαι, δίνω όρκο
Einen feierlichen Eid oder ein Versprechen abzugeben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schwöre
γ΄ ενικό πρόσωπο
schwört
ενεστώτα μετοχή
schwörend
απλός αόριστος
schwor
παθητική μετοχή
geschworen
Παραδείγματα
Vor Gericht muss man oft schwören.
Στο δικαστήριο, συχνά πρέπει να ορκίζεσαι.



























