schälen
Pronunciation
/ˈʃɛːlən/

Ορισμός και σημασία του "schälen"στα γερμανικά

schälen
[past form: schälte]
01

ξεφλουδίζω

Die äußere Schicht entfernen
schälen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schäle
γ΄ ενικό πρόσωπο
schält
ενεστώτα μετοχή
schälend
απλός αόριστος
schälte
παθητική μετοχή
geschält
Παραδείγματα
Muss man Kiwis schälen oder kann man die Haut mitessen?
Πρέπει να ξεφλουδίζουμε τα ακτινίδια ή μπορούμε να τρώμε τη φλούδα ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store