Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schälen
01
ξεφλουδίζω
Die äußere Schicht entfernen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schäle
γ΄ ενικό πρόσωπο
schält
ενεστώτα μετοχή
schälend
απλός αόριστος
schälte
παθητική μετοχή
geschält
Παραδείγματα
Kannst du bitte die Kartoffeln schälen?
Μπορείς παρακαλώ να ξαφρίσεις τις πατάτες ;



























