schälen
schä
ˈʃɛ:
σε
len
lɐn
λν
schämenschulen

Ορισμός και σημασία του "schälen"στα γερμανικά

schälen
01

ξεφλουδίζω

Die äußere Schicht entfernen 
schälen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schäle
γ΄ ενικό πρόσωπο
schält
ενεστώτα μετοχή
schälend
απλός αόριστος
schälte
παθητική μετοχή
geschält
Παραδείγματα
Kannst du bitte die Kartoffeln schälen? 

Μπορείς παρακαλώ να ξαφρίσεις τις πατάτες ;

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store