schwinden
schwinden
ʃvɪndn
shvindn
schwirrenschwitzenschwedenschwimmen

Ορισμός και σημασία του "schwinden"στα γερμανικά

schwinden
01

μειώνομαι, εξασθενώ

Allmählich weniger oder schwächer werden 
schwinden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
schwinde
γ΄ ενικό πρόσωπο
schwindet
ενεστώτα μετοχή
schwindend
απλός αόριστος
schwand
παθητική μετοχή
geschwunden
Παραδείγματα
Die Wasserreserven schwinden. 

Τα αποθέματα νερού μειώνονται.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store