Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Schwierigkeit
01
δυσκολία, πρόβλημα
Ein Problem oder eine Situation, die schwer zu lösen oder zu bewältigen ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Schwierigkeiten
γενική πτώση
schwierigkeit
Παραδείγματα
Er hatte große Schwierigkeiten in der Schule.
Είχε μεγάλες δυσκολίες στο σχολείο.
LanGeek



























