Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schwertun
[past form: tat schwer]
01
δυσκολεύομαι, παλεύω
Mit etwas große Mühe haben oder Schwierigkeiten dabei haben, etwas zu tun
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
schwer
βασικό ρήμα
tun
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tue schwer
γ΄ ενικό πρόσωπο
tut schwer
ενεστώτα μετοχή
schwertuend
απλός αόριστος
tat schwer
παθητική μετοχή
hat schwergetan
Παραδείγματα
Wir tun uns schwer, eine Entscheidung zu treffen.
Δυσκολευόμαστε να πάρουμε μια απόφαση.



























