schweizerisch
schweizerisch
ʃvaɪ̯t͡səʁɪʃ
shvaitsērish

Ορισμός και σημασία του "schweizerisch"στα γερμανικά

schweizerisch
01

ελβετικός, σχετικός με την Ελβετία

Mit der Schweiz verbunden 
schweizerisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Geografie, Identität, Kultur
Παραδείγματα
Ich liebe die schweizerische Schokolade. 

Λατρεύω την ελβετική σοκολάτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store