schweigen
schweigen
ʃvaɪ̯gng
shvaigng
schwenkenschwelgenschwelenschweden

Ορισμός και σημασία του "schweigen"στα γερμανικά

schweigen
01

σιωπώ, διατηρώ σιωπή

Nicht sprechen 
schweigen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schweige
γ΄ ενικό πρόσωπο
schweigt
ενεστώτα μετοχή
schweigend
απλός αόριστος
schwieg
παθητική μετοχή
geschwiegen
Παραδείγματα
Warum schweigst du? Antworte bitte! 

Γιατί σιωπάς; Παρακαλώ απάντησε!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store