Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schutz
[gender: masculine]
01
προστασία, προφύλαξη
Ein Zustand oder eine Handlung, die vor Schaden oder Gefahr bewahrt
Παραδείγματα
Der Schutz der Daten ist heute sehr wichtig.
Η προστασία των δεδομένων είναι πολύ σημαντική σήμερα.


























