Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schutz
01
προστασία, προφύλαξη
Ein Zustand oder eine Handlung, die vor Schaden oder Gefahr bewahrt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Schutze
γενική πτώση
Schutzes
Παραδείγματα
Kinder brauchen den Schutz der Eltern.
Τα παιδιά χρειάζονται την προστασία των γονέων.
LanGeek



























