die Schrift
Pronunciation
/ʃʁɪft/

Ορισμός και σημασία του "schrift"στα γερμανικά

Die Schrift
[gender: feminine]
01

γράψιμο, χαρακτήρες

Zeichen oder Buchstaben, die man schreibt oder druckt
die Schrift definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Schrift
πληθυντικός τύπος
Schriften
Παραδείγματα
Die Schrift auf dem Dokument ist sehr klein.
Η γραφή στο έγγραφο είναι πολύ μικρή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store