Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schreien
[past form: schrie]
01
φωνάζω
Laut und schrill rufen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schreie
γ΄ ενικό πρόσωπο
schreit
ενεστώτα μετοχή
schreiend
απλός αόριστος
schrie
παθητική μετοχή
geschrien
Παραδείγματα
Babys schreien, wenn sie hungrig sind.
Τα μωρά κλαίνε όταν πεινάνε.



























