die Schnitte
Pronunciation
/ˈʃnɪtə/

Ορισμός και σημασία του "schnitte"στα γερμανικά

01

φέτα, κομμάτι

Ein einzelnes Stück, meist von Brot oder Kuchen
die Schnitte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
schnitte
πληθυντικός τύπος
schnitten
Παραδείγματα
Die Schnitte war frisch und lecker.
Η φέτα ήταν φρέσκια και νόστιμη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store