Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Schnelligkeit
[gender: feminine]
01
ταχύτητα
Die Fähigkeit, sich schnell zu bewegen oder schnell zu handeln
Παραδείγματα
Schnelligkeit allein reicht nicht – Technik ist auch wichtig.
Η ταχύτητα από μόνη της δεν αρκεί – η τεχνική είναι επίσης σημαντική.


























