schlüssig
Pronunciation
/ˈʃlʏsɪç/

Ορισμός και σημασία του "schlüssig"στα γερμανικά

schlüssig
01

συνεπής, λογικός

In sich stimmig und nachvollziehbar
schlüssig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am schlüssigsten
συγκριτικός βαθμός
schlüssiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ein schlüssiger Plan braucht klare Schritte.
Ένα συνεκτικό σχέδιο απαιτεί σαφή βήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store