Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schlüssig
01
συνεπής, λογικός
In sich stimmig und nachvollziehbar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am schlüssigsten
συγκριτικός βαθμός
schlüssiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das neue Konzept ist schlüssig und leicht verständlich.
Η νέα ιδέα είναι συνεκτική και εύκολα κατανοητή.



























