Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schlendern
01
περιφέρομαι
Langsam und entspannt spazieren gehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
schlendere
γ΄ ενικό πρόσωπο
schlendert
ενεστώτα μετοχή
schlendernd
απλός αόριστος
schlenderte
παθητική μετοχή
geschlendert
Παραδείγματα
Die Touristen schlendern durch die Altstadt.
Οι τουρίστες περιφέρονται στην παλιά πόλη.



























