Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schlemmen
01
απολαμβάνω νόστιμο φαγητό σε μεγάλες ποσότητες, γιορτάζω με φαγητό
Leckeres Essen in großen Mengen genießen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schlemme
γ΄ ενικό πρόσωπο
schlemt
ενεστώτα μετοχή
schlemmend
απλός αόριστος
schlemmte
παθητική μετοχή
geschlemmt
Παραδείγματα
Sie hat beim Buffet richtig geschlemmt!
Έχει πραγματικά γλεντήσει στο μπουφέ !



























