schlemmen
schle
ˈʃlɛ
shle
mmen
mən
mēn
schrammenschwimmen

Ορισμός και σημασία του "schlemmen"στα γερμανικά

schlemmen
01

απολαμβάνω νόστιμο φαγητό σε μεγάλες ποσότητες, γιορτάζω με φαγητό

Leckeres Essen in großen Mengen genießen 
schlemmen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schlemme
γ΄ ενικό πρόσωπο
schlemt
ενεστώτα μετοχή
schlemmend
απλός αόριστος
schlemmte
παθητική μετοχή
geschlemmt
Παραδείγματα
Wir schlemmen heute beim Familienfest. 

Σήμερα γλεντάμε στην οικογενειακή γιορτή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store