schlau
schlau
ʃlaʊ̯
shlaw
schau

Ορισμός και σημασία του "schlau"στα γερμανικά

01

έξυπνος, πανούργος

Kombination aus Intelligenz und praktischer Cleverness 
schlau definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am schlausten
συγκριτικός βαθμός
schlauer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Intelligenz, Fähigkeiten, Verhalten
Παραδείγματα
Meine Tochter ist schlau sie löst Matheprobleme im Kopf! 

Η κόρη μου είναι έξυπνη – λύνει μαθηματικά προβλήματα στο μυαλό της !

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store