Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schlau
01
έξυπνος, πανούργος
Kombination aus Intelligenz und praktischer Cleverness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am schlausten
συγκριτικός βαθμός
schlauer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Meine Tochter ist schlau – sie löst Matheprobleme im Kopf!
Η κόρη μου είναι έξυπνη – λύνει μαθηματικά προβλήματα στο μυαλό της !



























