schlagend
Pronunciation
/ˈʃlaːɡn̩t/

Ορισμός και σημασία του "schlagend"στα γερμανικά

01

πειστικός, αναντίρρητος

So, dass es überzeugt oder klar beweist
schlagend definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am schlagendsten
συγκριτικός βαθμός
schlagender
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sein Vortrag war schlagend und gut strukturiert.
Η παρουσίασή του ήταν πειστική και καλά δομημένη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store