schlagend
schlagend
ʃla:gnt
shlagnt

Ορισμός και σημασία του "schlagend"στα γερμανικά

01

πειστικός, αναντίρρητος

So, dass es überzeugt oder klar beweist 
schlagend definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am schlagendsten
συγκριτικός βαθμός
schlagender
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er brachte schlagende Argumente vor. 

Παρουσίασε πειστικά επιχειρήματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store