Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schlagend
01
πειστικός, αναντίρρητος
So, dass es überzeugt oder klar beweist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am schlagendsten
συγκριτικός βαθμός
schlagender
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sein Vortrag war schlagend und gut strukturiert.
Η παρουσίασή του ήταν πειστική και καλά δομημένη.



























