Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schlafsack
01
ύπνος σάκος, σακί ύπνου
Eine Tasche, in der man zum Schlafen liegt, zum Beispiel beim Camping
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schlafsacks
πληθυντικός τύπος
Schlafsäcke
Παραδείγματα
Im Schlafsack kann man gut schlafen.
Ο ύπνος σάκος επιτρέπει να κοιμηθείς καλά.
Λεξικό Δέντρο
schlafsack
schlaf
sack



























