Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Schifffahrt
01
ναυσιπλοΐα, θαλάσσια μεταφορά
Das Fahren von Schiffen oder das Transportieren von Waren und Menschen über Wasser
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
schifffahrten
γενική πτώση
schifffahrt
Παραδείγματα
Die Schifffahrt auf dem Rhein ist sehr wichtig für den Handel.
Η ναυσιπλοΐα στον Ρήνο είναι πολύ σημαντική για το εμπόριο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
schifffahrt
schiff
fahrt



























