der schauer
schauer
ʃaʊɐ
shaw
schauder

Ορισμός και σημασία του "schauer"στα γερμανικά

01

νιφάδα, βραχυπρόθεσμη βροχή

Ein plötzlicher, kurzer Regen 
der Schauer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Schauer
γενική πτώση
Schauers
Παραδείγματα
Heute gibt es einen kurzen Schauer am Nachmittag. 

Σήμερα υπάρχει μια σύντομη νιφάδα το απόγευμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store