Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schauer
[gender: masculine]
01
νιφάδα, βραχυπρόθεσμη βροχή
Ein plötzlicher, kurzer Regen
Παραδείγματα
Ein Schauer kann plötzlich auftreten.
Μια νεροποντή μπορεί να συμβεί ξαφνικά.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
νιφάδα, βραχυπρόθεσμη βροχή