schamlos
Pronunciation
/ˈʃaːmloːs/

Ορισμός και σημασία του "schamlos"στα γερμανικά

01

αναιδής, ασυγκίνητος

Ohne Schamgefühl
schamlos definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am schamlosesten
συγκριτικός βαθμός
schamloser
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die schamlose Clickbait-Überschrift manipulierte die Leser.
Ο αναιδής τίτλος clickbait χειραγώγησε τους αναγνώστες.

Λεξικό Δέντρο

schamlos

scham

+

los

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store