Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schalter
01
διακόπτης, διακόπτης ρεύματος
Ein Gerät, mit dem man elektrische Geräte ein- oder ausschalten kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schalters
πληθυντικός τύπος
Schalter
Παραδείγματα
Kannst du bitte den Schalter umlegen?
Μπορείς παρακαλώ να αλλάξεις τον διακόπτη ;
02
πάγκος, παράθυρο
Ein Tisch oder eine Theke, an der man bedient wird oder Informationen bekommt
Παραδείγματα
Ich muss zum Schalter 3 gehen.
Πρέπει να πάω στο παράθυρο 3.



























