schalten
Pronunciation
/ˈʃaltən/

Ορισμός και σημασία του "schalten"στα γερμανικά

schalten
[past form: schaltete]
01

ενεργοποιώ/απενεργοποιώ διακόπτη, αλλάζω κατάσταση ή λειτουργία

Einen Schalter betätigen oder den Zustand oder Modus wechseln
schalten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schalte
γ΄ ενικό πρόσωπο
schaltet
ενεστώτα μετοχή
schaltend
απλός αόριστος
schaltete
παθητική μετοχή
geschaltet
Παραδείγματα
Der Computer schaltet automatisch in den Energiesparmodus.
Ο υπολογιστής αλλάζει αυτόματα σε λειτουργία εξοικονόμησης ενέργειας.
02

δημοσιεύω, διαδίδω

Etwas in Medien publizieren
schalten definition and meaning
Παραδείγματα
Sie schalteten eine Gegendarstellung.
Αυτοί δημοσίευσαν μια αντι-δήλωση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store