Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schalten
01
ενεργοποιώ/απενεργοποιώ διακόπτη, αλλάζω κατάσταση ή λειτουργία
Einen Schalter betätigen oder den Zustand oder Modus wechseln
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schalte
γ΄ ενικό πρόσωπο
schaltet
ενεστώτα μετοχή
schaltend
απλός αόριστος
schaltete
παθητική μετοχή
geschaltet
Παραδείγματα
Er schaltet den Fernseher auf laut.
Αυτός ανάβει την τηλεόραση σε υψηλή ένταση.
02
δημοσιεύω, διαδίδω
Etwas in Medien publizieren
Παραδείγματα
Die Zeitung schaltete eine Anzeige für den Job.
Η εφημερίδα δημοσίευσε μια αγγελία για τη δουλειά.



























