Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schalten
[past form: schaltete]
01
ενεργοποιώ/απενεργοποιώ διακόπτη, αλλάζω κατάσταση ή λειτουργία
Einen Schalter betätigen oder den Zustand oder Modus wechseln
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schalte
γ΄ ενικό πρόσωπο
schaltet
ενεστώτα μετοχή
schaltend
απλός αόριστος
schaltete
παθητική μετοχή
geschaltet
Παραδείγματα
Der Computer schaltet automatisch in den Energiesparmodus.
Ο υπολογιστής αλλάζει αυτόματα σε λειτουργία εξοικονόμησης ενέργειας.
02
δημοσιεύω, διαδίδω
Etwas in Medien publizieren
Παραδείγματα
Sie schalteten eine Gegendarstellung.
Αυτοί δημοσίευσαν μια αντι-δήλωση.



























