Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sanieren
[past form: sanierte]
01
ανακαινίζω, αποκαθιστώ
Ein Gebäude oder eine Infrastruktur reparieren und modernisieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
saniere
γ΄ ενικό πρόσωπο
saniert
ενεστώτα μετοχή
sanierend
απλός αόριστος
sanierte
παθητική μετοχή
saniert
Παραδείγματα
Wir haben unsere Wohnung komplett saniert.
Ανακαινίσαμε εντελώς το διαμέρισμά μας.
02
αναδομώ, αποκαθιστώ οικονομικά
Ein Unternehmen oder Haushalt finanziell stabilisieren
Παραδείγματα
Nach der Insolvenz sanierte der neue Eigentümer das Unternehmen.
Μετά την πτώχευση, ο νέος ιδιοκτήτης αναδιάρθρωσε την εταιρεία.



























