Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sanft
01
απαλός, ήπιος
Ohne Härte oder Gewalt
Παραδείγματα
Ihr sanftes Lächeln machte ihn nervös.
Το απαλό χαμόγελό της τον έκανε νευρικό.
02
απαλός, ευγενικός
Weich, zart oder angenehm in der Wahrnehmung
Παραδείγματα
Die Haut des Babys war ganz sanft.
Το δέρμα του μωρού ήταν πολύ απαλό.


























