das Sandwich
Pronunciation
/ˈzɛntvɪʧ/

Ορισμός και σημασία του "sandwich"στα γερμανικά

Das Sandwich
[gender: neuter]
01

σάντουιτς, σάντουιτς

zwei oder mehr Scheiben Brot mit einer Füllung dazwischen
das Sandwich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Sandwich(e)s
πληθυντικός τύπος
Sandwich(e)s
Παραδείγματα
Sandwiches sind praktisch für unterwegs oder für ein Picknick.
Τα σάντουιτς είναι πρακτικά για ταξίδια ή για πικνίκ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store