die sandale
san
ˈsan
san
da
daa
le

Ορισμός και σημασία του "sandale"στα γερμανικά

01

σανδάλι

offener, leichter Schuh, der meist mit Riemen oder Bändern den Fuß hält 
die Sandale definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Sandale
πληθυντικός τύπος
Sandalen
Παραδείγματα
Die Sandale ist braun. 

Το σανδάλι είναι καφέ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store