Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sammeln
01
συλλέγω, συγκεντρώνω
Dinge oder Informationen zusammenbringen und behalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sammele
γ΄ ενικό πρόσωπο
sammelt
ενεστώτα μετοχή
sammelnd
απλός αόριστος
sammelte
παθητική μετοχή
gesammelt
Παραδείγματα
Sie sammelt Briefmarken.
Αυτή συλλέγει γραμματόσημα.



























