sammeln
Pronunciation
/ˈzaməln/

Ορισμός και σημασία του "sammeln"στα γερμανικά

sammeln
01

συλλέγω, συγκεντρώνω

Dinge oder Informationen zusammenbringen und behalten
sammeln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sammele
γ΄ ενικό πρόσωπο
sammelt
ενεστώτα μετοχή
sammelnd
απλός αόριστος
sammelte
παθητική μετοχή
gesammelt
Παραδείγματα
Ich muss meine Gedanken sammeln.
Πρέπει να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store