die sache
sa
ˈsa
sa
che
khē
suchesachse

Ορισμός και σημασία του "sache"στα γερμανικά

01

πράγμα, αντικείμενο

Ein Gegenstand oder Objekt 
die Sache definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Sachen
γενική πτώση
Sache
Παραδείγματα
Ich packe meine Sachen in den Koffer. 

Συσκευάζω τα πράγματά μου στη βαλίτσα.

02

υπόθεση, ζήτημα

Ein Thema oder Problem 
die Sache definition and meaning
Παραδείγματα
Das ist meine eigene Sache. 

Αυτό είναι το δικό μου θέμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store