Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Sache
01
πράγμα, αντικείμενο
Ein Gegenstand oder Objekt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Sache
πληθυντικός τύπος
Sachen
Παραδείγματα
Ich packe meine Sachen in den Koffer.
Συσκευάζω τα πράγματά μου στη βαλίτσα.
02
υπόθεση, ζήτημα
Ein Thema oder Problem
Παραδείγματα
Das ist meine eigene Sache.
Αυτό είναι το δικό μου θέμα.



























