Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rücksichtsvoll
01
συνετός, προσεκτικός
Einfühlsam und achtsam im Umgang mit anderen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am rücksichtsvollsten
συγκριτικός βαθμός
rücksichtsvoller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er ist immer sehr rücksichtsvoll gegenüber seinen Nachbarn.
Είναι πάντα πολύ προσεκτικός προς τους γείτονές του.



























