Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Rückseite
[gender: feminine]
01
πίσω πλευρά, όπισθεν
Die hintere oder weniger sichtbare Seite eines Objekts, Dokuments oder Gegenstands
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Rückseite
πληθυντικός τύπος
Rückseiten
Παραδείγματα
Der Eingang befindet sich an der Rückseite des Gebäudes.
Η είσοδος βρίσκεται στο πίσω μέρος του κτιρίου.



























