das rätsel
rätsel
ʁɛt͡sl
retsl

Ορισμός και σημασία του "rätsel"στα γερμανικά

01

αίνιγμα, παζλ

Eine schwierige Frage oder Aufgabe, die man lösen oder erraten muss 
das Rätsel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Rätsel
γενική πτώση
Rätsels
Παραδείγματα
Das Kind löst gern Rätsel im Buch. 

Το παιδί του αρέσει να λύνει γρίφους στο βιβλίο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store