Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Rätsel
01
αίνιγμα, παζλ
Eine schwierige Frage oder Aufgabe, die man lösen oder erraten muss
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Rätsel
γενική πτώση
Rätsels
Παραδείγματα
Das Kind löst gern Rätsel im Buch.
Το παιδί του αρέσει να λύνει γρίφους στο βιβλίο.
LanGeek



























