Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
runterkommen
01
ηρεμώ, χαλαρώνω
Sich beruhigen oder entspannen, besonders nach Stress oder Aufregung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
runter
βασικό ρήμα
kommen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
komme runter
γ΄ ενικό πρόσωπο
kommt runter
ενεστώτα μετοχή
runterkommend
απλός αόριστος
kam runter
παθητική μετοχή
runtergekommen
Παραδείγματα
Versuch, erstmal runterzukommen, bevor du sprichst.
Προσπάθησε να ηρεμήσεις πρώτα πριν μιλήσεις.



























