das rind
rind
ʁɪnt
rint
kindwindblindlabyrinth

Ορισμός και σημασία του "rind"στα γερμανικά

01

αγελάδα, μεγάλο ζώο

Ein großes Tier, das für Fleisch oder Milch gezüchtet wird 
das Rind definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Rinder
αρσενικό ενικό
Bulle
θηλυκό ενικό
Kuh
neutral form
Rind
γενική πτώση
Rind(e)s
Παραδείγματα
Rindfleisch ist sehr nahrhaft. 

Το βοδινό κρέας είναι πολύ θρεπτικό.

02

das Fleisch vom Rind, das man essen kann 

das Rind definition and meaning
Παραδείγματα
Rind ist eine gute Quelle für Eisen. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store