richten
rich
ˈʁɪç
rich
ten
tən
tēn
schlichten

Ορισμός και σημασία του "richten"στα γερμανικά

richten
01

εξαρτάται από

Durch etwas bestimmt werden 
richten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
richte
γ΄ ενικό πρόσωπο
richtet
ενεστώτα μετοχή
richtend
απλός αόριστος
richtete
παθητική μετοχή
gerichtet
Παραδείγματα
Der Erfolg richtet sich nach der Vorbereitung. 

Η επιτυχία καθορίζεται από την προετοιμασία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store