Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
richten
01
εξαρτάται από
Durch etwas bestimmt werden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
richte
γ΄ ενικό πρόσωπο
richtet
ενεστώτα μετοχή
richtend
απλός αόριστος
richtete
παθητική μετοχή
gerichtet
Παραδείγματα
Der Erfolg richtet sich nach der Vorbereitung.
Η επιτυχία καθορίζεται από την προετοιμασία.



























