Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
richten
[past form: richtete]
01
εξαρτάται από
Durch etwas bestimmt werden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
richte
γ΄ ενικό πρόσωπο
richtet
ενεστώτα μετοχή
richtend
απλός αόριστος
richtete
παθητική μετοχή
gerichtet
Παραδείγματα
Die Dauer der Reparatur richtet sich nach dem Schaden.
Η διάρκεια της επισκευής καθορίζεται ανάλογα με τη ζημιά.



























