Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retten
01
σώζω, διασώζω
Jemandem aus Gefahr helfen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rette
γ΄ ενικό πρόσωπο
rettet
ενεστώτα μετοχή
rettend
απλός αόριστος
rettete
παθητική μετοχή
gerettet
Παραδείγματα
Sie hat viele Menschen im Krieg gerettet.
Έσωσε πολλούς ανθρώπους κατά τη διάρκεια του πολέμου.
02
δραπετεύω, ξεφεύγω
Aus einer Gefahr entkommen
Παραδείγματα
Die Tiere retten sich in den Wald.
Τα ζώα σώζονται στο δάσος.



























