retten
Pronunciation
/ˈʀɛtn̩/

Ορισμός και σημασία του "retten"στα γερμανικά

retten
01

σώζω, διασώζω

Jemandem aus Gefahr helfen
retten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rette
γ΄ ενικό πρόσωπο
rettet
ενεστώτα μετοχή
rettend
απλός αόριστος
rettete
παθητική μετοχή
gerettet
Παραδείγματα
Sie hat viele Menschen im Krieg gerettet.
Έσωσε πολλούς ανθρώπους κατά τη διάρκεια του πολέμου.
02

δραπετεύω, ξεφεύγω

Aus einer Gefahr entkommen
Παραδείγματα
Die Tiere retten sich in den Wald.
Τα ζώα σώζονται στο δάσος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store