Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retten
01
σώζω, διασώζω
Jemandem aus Gefahr helfen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rette
γ΄ ενικό πρόσωπο
rettet
ενεστώτα μετοχή
rettend
απλός αόριστος
rettete
παθητική μετοχή
gerettet
Παραδείγματα
Die Feuerwehr rettet die Katze vom Baum.
Σώζω βοηθά τους πυροσβέστες να σώσουν τη γάτα από το δέντρο.
02
δραπετεύω, ξεφεύγω
Aus einer Gefahr entkommen
Παραδείγματα
Die Passagiere konnten sich ans Ufer retten.
Οι επιβάτες κατάφεραν να σώσουν τον εαυτό τους στην ακτή.



























