Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reservieren
01
κάνω κράτηση, κρατώ
Etwas für später sichern oder vorab bestellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
reserviere
γ΄ ενικό πρόσωπο
reserviert
ενεστώτα μετοχή
reservierend
απλός αόριστος
reservierte
παθητική μετοχή
reserviert
Παραδείγματα
Wir reservieren immer frühzeitig für unseren Urlaub.
Κάνουμε κράτηση πάντα νωρίς για τις διακοπές μας.



























