Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reservieren
01
κάνω κράτηση, κρατώ
Etwas für später sichern oder vorab bestellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
reserviere
γ΄ ενικό πρόσωπο
reserviert
ενεστώτα μετοχή
reservierend
απλός αόριστος
reservierte
παθητική μετοχή
reserviert
Παραδείγματα
Ich möchte einen Tisch für zwei Personen reservieren.
Θα ήθελα να κλείσω ένα τραπέζι για δύο άτομα.
LanGeek



























