das requisit
re
ʁe
re
qui
ki
ki
sit
ˈsi:t
sit

Ορισμός και σημασία του "requisit"στα γερμανικά

01

αντικείμενο σκηνής, σκηνοθετικό αντικείμενο

Ein Gegenstand, der in Theater, Film oder Fernsehen für eine Aufführung verwendet wird 
das Requisit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Requisiten
γενική πτώση
Requisit(e)s
Παραδείγματα
Der Schauspieler vergaß sein Requisit auf der Bühne. 

Ο ηθοποιός ξέχασε το αξεσουάρ του στη σκηνή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store