Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
repräsentieren
01
αντιπροσωπεύω
Etwas oder jemanden stellvertretend darstellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
repräsentiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
repräsentiert
ενεστώτα μετοχή
repräsentierend
απλός αόριστος
repräsentierte
παθητική μετοχή
repräsentiert
Παραδείγματα
Seine Musik repräsentiert den Geist der Rebellion.
Η μουσική του αντιπροσωπεύει το πνεύμα της επανάστασης.



























