Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
relativ
01
σχετικός, εξαρτώμενος
Abhängig von bestimmten Bedingungen oder Umständen
Παραδείγματα
Die Temperatur stieg relativ zu gestern.
Η θερμοκρασία αυξήθηκε σχετικά με χθες.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σχετικός, εξαρτώμενος