der rekord
rekord
ʁekɔɐ̯t
rekawt
importsofortexportsport

Ορισμός και σημασία του "rekord"στα γερμανικά

01

ρεκόρ, καλύτερη επίδοση

Das beste Ergebnis in einem Wettbewerb oder einer Leistung 
der Rekord definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Rekorde
γενική πτώση
Rekord(e)s
Παραδείγματα
Er hat einen neuen Rekord im Schwimmen aufgestellt. 

Έχει σημειώσει νέο ρεκόρ στην κολύμβηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store